Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Indermit Gill
Η περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων, με τον δείκτη τιμών να φτάνει ακόμη και στο 4,5%, να οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες σε διατήρηση ή αύξηση των επιτοκίων και να περιορίσει σημαντικά την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, η οποία ενδέχεται να υποχωρήσει στο 1,3% το 2026, από 2,9% το 2025.
Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Indermit Gill, ο οποίος, σε συνέντευξή του στο Reuters, τόνισε ότι οι οικονομικές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα σοβαρές.
Ο Gill, ο οποίος πρόκειται να αποχωρήσει από τη θέση του στα τέλη Αυγούστου, ανέφερε ότι η Παγκόσμια Τράπεζα είχε καταρτίσει τρία διαφορετικά σενάρια στις προβλέψεις του Ιουνίου, λόγω της έντονης αβεβαιότητας που επικρατεί γύρω από την πορεία της κρίσης. Ωστόσο, όπως σημείωσε, το πιο απαισιόδοξο σενάριο, σύμφωνα με το οποίο οι εχθροπραξίες θα συνεχίζονταν για τουλάχιστον έξι μήνες, φαίνεται πλέον να βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης.
Μια παρατεταμένη σύγκρουση, σε συνδυασμό με πιθανές ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, θα μπορούσε να επιδεινώσει σημαντικά και το πρόβλημα της επισιτιστικής ασφάλειας. Οι διαταραχές στις μεταφορές βασικών προϊόντων, όπως λιπάσματα, ήλιο και θείο, τα οποία είναι κρίσιμα για τη γεωργική παραγωγή, ενδέχεται να προκαλέσουν μια σειρά από αλυσιδωτές επιπτώσεις, μεταξύ των οποίων υψηλότερο πληθωρισμό και αυξημένο κόστος δανεισμού.
Αυξάνονται οι πιέσεις σε ευάλωτες οικονομίες
Τα πρώτα σημάδια πίεσης έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται. Χώρες που αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα ρευστότητας έχουν απευθυνθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), ζητώντας ενίσχυση των υφιστάμενων χρηματοδοτικών προγραμμάτων τους.
Παράλληλα, το Πακιστάν ζήτησε αυτή την εβδομάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες τη δημιουργία γραμμής συναλλαγματικής σταθεροποίησης ύψους 10 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει τις σχετικές συζητήσεις.
Οι προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας τον Ιούνιο έδειξαν ότι περίπου το 40% των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος είτε βρίσκεται ήδη σε κρίση χρέους είτε αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο να εισέλθει σε μια τέτοια κατάσταση. Πρόκειται για συνολικά 32 χώρες, αριθμός που θα μπορούσε να αυξηθεί γρήγορα εάν τα διεθνή επιτόκια συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά.
Ο Gill προειδοποίησε ότι ακόμη και οι χώρες που θα καταφέρουν να αποφύγουν τη στάση πληρωμών ενδέχεται να δουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές τους προοπτικές να επιδεινώνονται, καθώς θα χρειάζεται να διαθέτουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των κρατικών πόρων για την εξυπηρέτηση του χρέους.
«Πρόκειται για ένα ναυάγιο που εξελίσσεται αργά», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι πολλές κυβερνήσεις μπορεί να αναγκαστούν να περιορίσουν τις επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξημένες υποχρεώσεις αποπληρωμής.
Το παγκόσμιο χρέος σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από την προ πανδημίας περίοδο
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο μέσος λόγος χρέους προς ΑΕΠ στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες διαμορφώθηκε περίπου στο 74% το 2025, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από το 50%-55% που καταγραφόταν πριν από την πανδημία.
Ακόμη πιο έντονη είναι η επιβάρυνση στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει αυξηθεί στο 67%, από περίπου 40% πριν από την πανδημία.
Η G20 έχει προχωρήσει σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις σχετικά με τη διαδικασία αναδιάρθρωσης κρατικού χρέους, καθώς οι οικονομικές ευπάθειες αυξάνονται διεθνώς. Ωστόσο, η πρόοδος παραμένει αργή και οι προκλήσεις εξακολουθούν να είναι μεγάλες.
Οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ινδία, έχουν μέχρι στιγμής εμφανίσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις επιπτώσεις της σύγκρουσης, αν και η προστασία αυτή οφείλεται σε διαφορετικούς παράγοντες και σε διαφορετικές δομές των οικονομιών τους.
www.bankingnews.gr
Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Indermit Gill, ο οποίος, σε συνέντευξή του στο Reuters, τόνισε ότι οι οικονομικές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα σοβαρές.
Ο Gill, ο οποίος πρόκειται να αποχωρήσει από τη θέση του στα τέλη Αυγούστου, ανέφερε ότι η Παγκόσμια Τράπεζα είχε καταρτίσει τρία διαφορετικά σενάρια στις προβλέψεις του Ιουνίου, λόγω της έντονης αβεβαιότητας που επικρατεί γύρω από την πορεία της κρίσης. Ωστόσο, όπως σημείωσε, το πιο απαισιόδοξο σενάριο, σύμφωνα με το οποίο οι εχθροπραξίες θα συνεχίζονταν για τουλάχιστον έξι μήνες, φαίνεται πλέον να βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης.
Μια παρατεταμένη σύγκρουση, σε συνδυασμό με πιθανές ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, θα μπορούσε να επιδεινώσει σημαντικά και το πρόβλημα της επισιτιστικής ασφάλειας. Οι διαταραχές στις μεταφορές βασικών προϊόντων, όπως λιπάσματα, ήλιο και θείο, τα οποία είναι κρίσιμα για τη γεωργική παραγωγή, ενδέχεται να προκαλέσουν μια σειρά από αλυσιδωτές επιπτώσεις, μεταξύ των οποίων υψηλότερο πληθωρισμό και αυξημένο κόστος δανεισμού.
Αυξάνονται οι πιέσεις σε ευάλωτες οικονομίες
Τα πρώτα σημάδια πίεσης έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται. Χώρες που αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα ρευστότητας έχουν απευθυνθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), ζητώντας ενίσχυση των υφιστάμενων χρηματοδοτικών προγραμμάτων τους.
Παράλληλα, το Πακιστάν ζήτησε αυτή την εβδομάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες τη δημιουργία γραμμής συναλλαγματικής σταθεροποίησης ύψους 10 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει τις σχετικές συζητήσεις.
Οι προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας τον Ιούνιο έδειξαν ότι περίπου το 40% των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος είτε βρίσκεται ήδη σε κρίση χρέους είτε αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο να εισέλθει σε μια τέτοια κατάσταση. Πρόκειται για συνολικά 32 χώρες, αριθμός που θα μπορούσε να αυξηθεί γρήγορα εάν τα διεθνή επιτόκια συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά.
Ο Gill προειδοποίησε ότι ακόμη και οι χώρες που θα καταφέρουν να αποφύγουν τη στάση πληρωμών ενδέχεται να δουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές τους προοπτικές να επιδεινώνονται, καθώς θα χρειάζεται να διαθέτουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των κρατικών πόρων για την εξυπηρέτηση του χρέους.
«Πρόκειται για ένα ναυάγιο που εξελίσσεται αργά», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι πολλές κυβερνήσεις μπορεί να αναγκαστούν να περιορίσουν τις επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξημένες υποχρεώσεις αποπληρωμής.
Το παγκόσμιο χρέος σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από την προ πανδημίας περίοδο
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο μέσος λόγος χρέους προς ΑΕΠ στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες διαμορφώθηκε περίπου στο 74% το 2025, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από το 50%-55% που καταγραφόταν πριν από την πανδημία.
Ακόμη πιο έντονη είναι η επιβάρυνση στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει αυξηθεί στο 67%, από περίπου 40% πριν από την πανδημία.
Η G20 έχει προχωρήσει σε ορισμένες μεταρρυθμίσεις σχετικά με τη διαδικασία αναδιάρθρωσης κρατικού χρέους, καθώς οι οικονομικές ευπάθειες αυξάνονται διεθνώς. Ωστόσο, η πρόοδος παραμένει αργή και οι προκλήσεις εξακολουθούν να είναι μεγάλες.
Οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ινδία, έχουν μέχρι στιγμής εμφανίσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις επιπτώσεις της σύγκρουσης, αν και η προστασία αυτή οφείλεται σε διαφορετικούς παράγοντες και σε διαφορετικές δομές των οικονομιών τους.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών